εγγραφείτε: Άρθρα

leader

Δημιουργία Δικτύου Καινοτόμων Κτηνοτροφικών Μονάδων

0 comments
 
Πρόταση για την  ίδρυση δικτύου 100 έως 200 καινοτόμων κτηνοτροφικών μονάδων σε όλη την Ελλάδα, έγινε σε ημερίδα του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας. 
 
Με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας – ΣΕΚ, ο κ. Παρασκευάς Παρασκευόπουλος, οικονομολόγος, σύμβουλος ανάπτυξης,  πρότεινε την  ίδρυση δικτύου 100 έως 200 καινοτόμων κτηνοτροφικών μονάδων αλλά και των όμορων επαγγελματικών και συνεταιριστικών οργανώσεων, όπου θα δράσουν υποστηρικτικά και καινοτόμα στην προώθηση των παραπάνω στόχων και στην ουσία θα είναι ο προπομπός, ούτως ώστε, μέσα σε μια τριετία τα εταιρικά αυτά δίκτυα να πάρουν την αποκεντρωμένη τοπική – περιφερειακή μορφή.  
 
Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο: Ο ΣΕΚ και η ηγεσία του, κατά τεκμήριο έχει στοιχεία αντιπροσωπευτικότητας στον κλάδο, αλλά και αποδεδειγμένα χωρίς ηγεμονικούς αταβισμούς, κατανοεί και σέβεται κάθε άλλη συλλογική έκφραση που δραστηριοποιείται στον κλάδο. Αυτό είναι μια καλή βάση για να προκύψει ενδεχομένως και από τη σημερινή συνάντηση  με πρωτοβουλία του ΣΕΚ, μια συνέργεια όλων των φορέων για τη σύγκλιση μιας Ενωτικής Εθνικής Συνδιάσκεψης   της Κτηνοτροφίας , με προτεραιότητα την σωτηρία και την ανασυγκρότηση του κλάδου  που θα σηματοδοτήσει τη φυγή προς τα εμπρός για τη νέα κτηνοτροφία. 
 
Για να πάμε στη νέα κτηνοτροφία και στην ανάπτυξή της, θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπισθούν  οι ασύμμετρες απειλές που οδηγούν στη δραματική συρρίκνωση και αποδόμηση του κτηνοτροφικού ιστού. Για την ακρίβεια δεν είμαστε αντιμέτωποι με μια συμβατική κρίση, η οποία αποτελεί οργανικό στοιχείο της ύφεσης και των κύκλων που κάνει η οικονομία. Η κρίση είναι  συνολική και δομική. Αμφισβητείται το μοντέλο της οικονομίας που για χρόνια λειτούργησε στην Ελλάδα και που οδηγείται σε συνολική αποδόμηση – κατάρρευση. 
 
Ο κίνδυνος  για την ελληνική κτηνοτροφία  είναι   προ των πυλών, η απειλή είναι ασύμμετρη και  με ανάλογο  ιστορικό προηγούμενο,  αυτό το οποίο  συνέβη  πριν από 25 χρόνια στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όταν  με ραγδαίους ρυθμούς, η τότε ακμάζουσα κτηνοτροφία οδηγήθηκε στην απερήμωση. 
 
Για πολλά χρόνια, η κτηνοτροφία αποτέλεσε και αποτελεί τον μεγάλο τομέα της οικονομίας, όπου άμεσα ή έμμεσα απασχολούνται εκατοντάδες χιλιάδες άτομα. Παρόλα ταύτα, δεν έτυχε της ανάλογης προσοχής , από όσους είχαν την ευθύνη του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού και της ανάπτυξης στη χώρα μας. 
 
Πέρα από τις πολιτικές, γενικού προσανατολισμού, δεν υπήρξε ένα διαυγές στρατηγικό σχέδιο ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ,  το οποίο με ανάλογες πολιτικές  θα αξιοποιούσε τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα που είχαμε και θα καθιστούσαν την κτηνοτροφία, όχι μόνο βιώσιμη, αλλά, ευημερούσα και ανταγωνιστική.
 
Η ελληνική κτηνοτροφία χρησιμοποιήθηκε  περισσότερο ως πεδίο άσκησης κοινωνικής  και πελατειακής πολιτικής στο χώρο της υπαίθρου και λιγότερο  αξιοποιήθηκε  ως αυτοτελής οικονομικός προνομιακός τομέας. Στηρίχθηκε σε δάνειες δυνάμεις και αποτέλεσε δυστυχώς οργανικό τμήμα της οικονομίας που σήμερα καταρρέει και απειλή να συμπαρασύρει και  την ίδια. Μέχρι πρότινος, ο κίνδυνος αφορούσε κτηνοτροφικές μονάδες που δεν είχαν θετικούς οικονομικούς δείκτες. Η απειλή αυτή σήμερα, δεν κάνει διακρίσεις. Και μόνο η άρση της δανειοληπτικής ικανότητας των κτηνοτροφικών μονάδων, όχι κυρίως από δική τους ευθύνη είναι αρκετό να οδηγήσει στο χτύπημα και την κατάρρευση χιλιάδων νοικοκυριών και κτηνοτροφικών μονάδων.

Σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα, όπου η κτηνοτροφία αποτελούσε βασικό οικονομικό και κοινωνικό πυλώνα, δεν μπορεί να εφησυχάζει κανείς  όταν βλέπει  για χρόνια το  κτηνοτροφικό εμπορικό  ισοζύγιο  να είναι αρνητικό.
 
Υπήρχαν προειδοποιήσεις , το κράτος γνώριζε  ότι  το μοντέλο της κτηνοτροφικής παραγωγής ήταν κοστοβόρο  και δραματικά μη ανταγωνιστικό. Αυτό ίσχυε  βέβαια για όλον τον πρωτογενή τομέα, αλλά εμείς περιοριζόμαστε στην κτηνοτροφία. Φυσικά, ο καθένας έχει τη δική του ευθύνη για την πορεία της επιχείρησής του. Αλλά, σχεδόν και το σύνολο της κτηνοτροφίας, με εξαίρεση φυσικά αρκετά φωτεινά παραδείγματα, αφέθηκε  στο γενικότερο νυσταλέο κύμα της  ευημερίας.
 
Κατά κανόνα, η επαγγελματική  λειτουργία και πρακτική στην κτηνοτροφία αγνοούσε  βασικές αρχές της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας. Η έννοια του κόστους και του αποτελέσματος δεν ήταν τόσο ευδιάκριτα και άμεσα συνδεδεμένα με την   επιστημονική γνώση, την τεχνογνωσία  και τα πρότυπα μοντέλα της βιώσιμης   επιχειρηματικής μονάδας έμειναν στα συρτάρια.
 
Είναι τραγικό, σε μια χώρα, με τόση βιοποικιλότητα και τέτοιο εδαφολογικό – κλιματολογικό ανάγλυφο, να μην έχει καταφέρει να έχει την πιο δυνατή και πλουραλιστική κτηνοτροφική παραγωγή, και να κάνει, αυτό το δώρο  της φύσης συγκριτικό πλεονέκτημα, δηλαδή προστιθέμενη αξία. Στοιχείο αυτής της παθογένειας, καταδεικνύεται και από πολλούς άλλους δείκτες.
 
Δεν είναι δυνατόν, ενώ έχουμε  τέτοια προίκα από την φύση , σε όλη την χώρα να υπάρχουν μόλις  20 πιστοποιημένα Π.Ο.Π. κτηνοτροφικά προϊόντα. Πως εξηγείται σε ολόκληρη Πελοπόννησο να μην έχουμε 5-6 κωδικούς  πιστοποιημένων προϊόντων  και  μερικές ντόπιες  φυλές ζώων και να φέρνουμε  ακόμη και  σε υψόμετρο 1000 μέτρων αρνάδες από την Ισπανία.
 
Είναι αδιανόητο, η κτηνοτροφία  να αποτελεί τη ναυαρχίδα της οικονομίας  και να μην επιτυγχάνεται  στοιχειώδης διατροφική επάρκεια στη χώρα μας,  είτε αυτό οφείλεται σε εισαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων, είτε σε παράνομες πράξεις, όπως είναι οι ελληνοποιήσεις.
 
Θετικά στοιχεία
 
Τα θετικά χαρακτηριστικά που είναι αρκετά, δεν μπορεί να γίνουν το χαλί κάτω από τα οποία θα κρύψουμε τις παθογένειες και τις ασχήμιες και αναφέρω κάποια παραδείγματα:
 
Η κατοχύρωση της φέτας  και η παρουσίασή της στα ράφια της διεθνούς αγοράς, δεν φτάνει. Το καλάθι των κτηνοτροφικών προϊόντων με όχημα τη φέτα, μπορεί να περιλαμβάνει δεκάδες κωδικούς (προέλευση, περιοχή ,παράγωγα ,γεύσεις).
 
Το ότι έχει γίνει μια πολλή σοβαρή δουλειά από τους κτηνοτρόφους και τα κέντρα γενετικής βελτίωσης στην ανάπτυξη των ντόπιων φυλών προβάτων, και αναπαραγωγής μοσχίδων με υψηλά στάνταρς αυτό, δεν ικανοποιεί, αφού δεν συνοδεύεται από ανάλογη προστιθέμενη αξία. Θα είχε ενδιαφέρον να γνωρίζαμε  το ισοζύγιο  δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στις αυτόχθονες φυλές τα  ιδιοπαραγώμενα και τα εισαγόμενα ζώα.
 
Για παράδειγμα, η εξαιρετική φυλή προβάτων  στα Σφακιά, είναι τόσο ανθεκτική ως ράτσα και τόσο αποδοτική σε γάλα, σε σχέση με το κόστος διατροφής,  αλλά ακολουθεί πορεία συρρίκνωσης, αντί να επεκτείνεται και να αναπτύσσεται και σε άλλες περιοχές.
 
Σήμερα, πλέον, είναι αναγκαίο να αφήσουμε  τις διαπιστώσεις και να φύγουμε προς τα εμπρός. Οι ίδιες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις του κτηνοτροφικού τομέα, οφείλουν να πάρουν πρωτοβουλίες για την ανάσχεση των συνεπειών της κρίσης και την ανασυγκρότηση του κλάδου που θα οδηγήσει στη Νέα κτηνοτροφία.
 
Η κτηνοτροφία μπορεί  να  κάνει τη διαφορά, κόντρα στην κρίση, αφού, η αδυναμίες  που περιγράψαμε  συγχρόνως  αναδεικνύουν  και  δυνατότητες και ζωτικό χώρο, για την ανάπτυξή της, με όρους πιο επαγγελματικούς και αμιγώς επιχειρηματικούς.
 
Η νέα κτηνοτροφική μονάδα, πρέπει να αφήσει πίσω της το μοντέλο που θυμίζει επιχειρήσεις φασόν, και να αναπτύξει οργανωσιακά δομές και δραστηριότητες που θα την κάνουν βιώσιμη, κερδοφόρα και ανταγωνιστική. Αυτό θα γίνει όταν αρχίζει να εντάσσει εντός της οικονομικής της δραστηριότητας, προστιθέμενες αξίες. Κτηνοτροφικές μονάδες που θα συνεχίσουν να λειτουργούν με το 55 – 60% του κόστους  να ανήκει στις εισροές, δεν έχουν μέλλον.
 
Οι κτηνοτροφικές μονάδες πρέπει να ακολουθήσουν ένα μοντέλο επιχείρησης που θα ελαχιστοποιούν  το κόστος των συντελεστών παραγωγής και θα αυξάνουν τις αποδόσεις  και την αποτελεσματικότητα. Το υψηλό ποσοστό  κόστους των εισροών, άμεσα πρέπει να περιοριστεί με την ιδιοτροφοδοσία σε ζωοτροφές,   με ανατροφοδότηση σε ζωικό κεφάλαιο και παράγωγα    και την εξασφάλιση καλύτερων  συντελεστών ποιότητας και τιμών στις προμήθειες σε αναλώσιμα και εξοπλισμό,  μέσα από εταιρικά συλλογικά σχήματα.
 
 
Το μέλλον και η βιωσιμότητα ανήκει  στις κτηνοτροφικές μονάδες  που θα συγκροτούν επιχειρήσεις καθετοποιημένης ολοκληρωμένης διαχείρισης, μόνες  η συμμετέχοντας σε συλλογικά  εταιρικά  σχήματα.
 
Ο βιομηχανικός γιγαντισμός της μεταποίησης- τυποποίησης  στην κτηνοτροφία, ακυρώνει τη δυνατότητα της ποιοτικής ανάπτυξης των μονάδων, με κίνητρα την προστιθέμενη αξία, που θα προκύπτει από την διαφορετικότητα  στην  ποιότητα, τη βιοποικιλότητα και την τυποποίηση των κτηνοτροφικών προϊόντων .
 
Το  ίδιο σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει  για χρόνια με τις ενισχύσεις   και τις επιδοτήσεις,  όπου  κατά κανόνα,  προσέθεταν με γραμμικό   σχεδόν τρόπο πρόσθετο  εισόδημα  χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα   και φυσικά δεν  αποτέλεσαν  ενισχυτικό  κίνητρο στην μονάδα και τον κτηνοτρόφο για την ποιοτική ανάπτυξη της μονάδας του.
 
Παραδείγματος χάριν,  δύο κτηνοτροφικές μονάδες με 300 ζώα η καθεμιά, όπου η μία μονάδα στο επιχειρησιακό της σχεδιασμό  θα διπλασίαζε τον αριθμό των ζώων, χωρίς άλλες ποιοτικές  παρεμβάσεις και η άλλη μονάδα  θα παρέμενε στον αρχικό αριθμό, αλλά θα σχεδίαζε την καλύτερη αξιοποίηση των συντελεστών παραγωγής και τη διεκδίκηση προστιθέμενης αξίας με την αύξηση της ιδιοτροφοδοσίας, τη βελτίωση της ποιότητας και την τυποποίηση, εκ των πραγμάτων θα βρισκόμαστε μπροστά  σε δύο εντελώς διαφορετικά μοντέλα επιχειρηματικής λειτουργίας και ανάπτυξης. Το πρώτο είναι  εκτατικό  –   ποσοτικής ανάπτυξης , μοντέλο της παθογένειας ενώ το άλλο,  με τα ποιοτικά του στοιχεία, αποτελεί το μέλλον. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να έχουν την ίδια μεταχείριση, σε ενισχύσεις  σε χρηματοδοτήσεις και φροντίδα.
 
Δυστυχώς, αυτό που συμβαίνει και με το ελαιόλαδο, συμβαίνει και ως ένα βαθμό και με την κτηνοτροφία. Η χώρα μας, τρίτη χώρα παραγωγής ελαιολάδου στην Ευρώπη, τυποποιεί μόλις το 4% του προϊόντος. Ελάχιστη προστιθέμενη αξία καρπώνεται η χώρα μας και οι Έλληνες παραγωγοί. Ας βγάλουμε συμπεράσματα.  Η κτηνοτροφία μπορεί να κάνει την μεγάλη ανατροπή.
 
Το οργανωσιακό μοντέλο στην κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, στους συνεταιριστικούς και συνδικαλιστικούς φορείς και στις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, σε άλλες περιπτώσεις είναι  ελλειμματικό, σε άλλες αναντίστοιχο  με τις ανάγκες  τις δυνατότητες και τις προκλήσεις ευκαιριών.
 
Άμεσα επιβάλλεται επανασχεδιασμός και αλλαγές ριζικές.  Και διατυπώνω κάποιες σκέψεις  – προτάσεις: 

Σε  εθνικό επίπεδο, να δημιουργηθεί μόνιμη αντιπροσωπευτική –ανεξάρτητη οργανωσιακή δομή (Οργανισμός), όπου θα επεξεργάζεται, θα χαράσσει, θα παρεμβαίνει και θα υλοποιεί πολιτικές επιχειρησιακού στρατηγικού  χαρακτήρα για την ανασυγκρότηση της κτηνοτροφικής οικονομίας.  Αυτός θα αποτελεί το Εθνικό  Συμβούλιο  Ανάπτυξης της  Κτηνοτροφίας που θα ξεκινήσει από την  εκπόνηση  οδικού χάρτη για την κτηνοτροφία. Θα είναι ένα μικτό όργανο,  πολιτείας –  φορέων – επιχειρηματιών κτηνοτρόφων, το οποίο  θα σχεδιάσει   την ολοκληρωμένη διαχείριση και ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.
 
Η συγκρότηση του ΕΣΑΚ θα έρθει να καλύψει το κενό στην πολιτική ασυνέχεια –ασυνέπεια των πολιτικών που χαράσσονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, με  επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό.
 
 Όμως, στην αμιγώς οικονομική – επαγγελματική λειτουργία των κτηνοτροφικών μονάδων, πρέπει να αναζητηθούν λύσεις και από τα έσω.  Λύσεις και επιχειρηματικά μοντέλα που θα παράγουν προϊόντα ανταγωνιστικά και σιγά σιγά θα εξελίσσονται σε βιώσιμες, κερδοφόρες επιχειρήσεις.
 
Οι βασικές  αρχές της καλής επιχειρηματικότητας που ακούνε στο όνομα οικονομία κλίμακας και η  προστιθέμενη αξία, πρέπει να γίνουν οδηγός στις αποφάσεις και το σχεδιασμό των κτηνοτροφικών  επιχειρήσεων. Αυτό, θα επηρεάσει άμεσα το εύρος των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων των μονάδων, θα γίνουν πιο ολοκληρωμένοι και αποτελεσματικοί επιχειρηματικοί οργανισμοί και θα οδηγήσουν συγχρόνως, στη διαμόρφωση των εταιρικών, επαγγελματικών σχημάτων που θα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα.
 
Η νέα κτηνοτροφία θα κάνει πράξη τις οικονομίες κλίμακας και στο επίπεδο της οικονομικής μονάδας, αλλά, κυρίως,  αυτό θα γίνει  από ένα δίκτυο εταιρικών τοπικών και περιφερειακών σχημάτων.

 Ένα   δίκτυο που θα διαχειριστεί αποτελεσματικά και θα παρέμβει στην αλυσίδα των εισροών προς τις μονάδες με εξυγιαντικό και ανταγωνιστικό τρόπο, προς όφελος των κτηνοτρόφων. Η νομική υπόσταση είναι υπό διερεύνηση –  Κοινωνικός Συνεταιρισμός ή όποια άλλη εταιρική μορφή. 
 
Αυτά τα συλλογικά εταιρικά δίκτυα , θα κάνουν αυτό που δεν μπορεί μεμονωμένα να κάνει η κάθε κτηνοτροφική μονάδα και μεσοπρόθεσμα θα μετατοπίσουν μέσα από την αναδιανομή παραγόμενους  οικονομικούς  πόρους, από τους πολλούς ενδιάμεσους στον πυρήνα της παραγωγής. Αυτά τα τοπικά, περιφερειακά εταιρικά σχήματα θα είναι ενεργά και στη φάση του παραγωγικού μετασχηματισμού  αλλά και στη φάση των εκροών. Θα αποτελέσουν το συλλογικό μάνατζμεντ και μάρκετινγκ των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων, προσφέροντας υπηρεσίες και κατευθύνσεις υποστηρικτικές στο κομμάτι των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, στις προμήθειες ,  στην τυποποίηση των προϊόντων και στην πιστοποίηση των μονάδων  και των ζώων . Αυτά τα εταιρικά σχήματα, θα λειτουργήσουν με τους όρους της αγοράς, θα κινούνται ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, στη σφαίρα της κοινωνικής οικονομίας και της κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Δεν πρόκειται   να λειτουργήσουν ως εχθρικό υποκατάστατο σε ότι κινείται στην αγορά. Αντίθετα, θα δράσουν εξορθολογιστικά  σε όλη την αλυσίδα των εμπλεκομένων στην κτηνοτροφία και εισάγοντας ένα νέο πνεύμα επιχειρηματικότητας στις κτηνοτροφικές μονάδες, βάζοντας ψηλά τον πήχη των αποδόσεων θα δημιουργηθούν χιλιάδες ευκαιρίες για συνεργασίες και απασχόληση σε τομείς που μέχρι τώρα λειτουργούσαν στο περιθώριο της κτηνοτροφίας.
 
Η πολυσυζητημένη διεπαγγελματική oργάνωση του κλάδου, σήμερα φαντάζει περισσότερο από αναγκαία. Η πολιτεία εγκαταλείποντας νοοτροπίες και πρακτικές χειραγώγησης φορέων ή διαχείρισης κοινοτικών ή κλαδικών πόρων οφείλει να διευκολύνει θεσμικά και οικονομικά την πρωτοβουλία για τη συγκρότησή της. Με όρους αυτονομίας που θα καταγράφει και την ωριμότητα των εμπλεκομένων θεσμικά, να διαβουλευτούν και να συμφωνήσουν κανόνες διαφάνειας και υγιούς ανταγωνισμού στον κλάδο πέρα από τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα».