εγγραφείτε: Άρθρα

leader

5ο Φεστιβάλ Ελληνικού Μελιού και Προϊόντων Μέλισσας

0 comments

 

Στην Ελλάδα, η μελισσοκομία ανήκει στους δυναμικότερους κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής με παραγωγή 20.000 τόνων μελιού ετησίως.
 
 
 
Η χώρα μας καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο ως προς τον αριθμό των κατεχόμενων μελισσοσμηνών, όσο και ως προς το βαθμό επαγγελματισμού των μελισσοκόμων. Στην Ελλάδα παράγονται κατά μέσο όρο περίπου 20.000 τόνοι μελιού ετησίως, ποσότητα που καλύπτει περί το 90% των αναγκών της εγχώριας κατανάλωσης.

Ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μάξιμος Χαρακόπουλος, κηρύσσοντας την έναρξη του 5ου φεστιβάλ Ελληνικού μελιού και Προϊόντων Μέλισσας στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας τόνισε, ότι  ο κλάδος της μελισσοκομίας είναι ένας από τους ισχυρότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ αναφέρθηκε και στις δράσεις του υπουργείου που στοχεύουν στην αναβάθμισή του και στον εξορθολογισμό της οργάνωσης των παραγωγών.
 
Ο κ. Χαρακόπουλος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:  «Με μεγάλη χαρά αποδέχθηκα την πρόσκληση να κηρύξω την έναρξη του 5ου φεστιβάλ Ελληνικού μελιού και Προϊόντων Μέλισσας. Ενός θεσμού που συμβάλλει σημαντικά στην ανάδειξη και προώθηση του Ελληνικού Ποιοτικού Μελιού και όχι μόνο, καθώς μας γνωρίζει μια σειρά πολύτιμων προϊόντων κυψέλης όπως είναι ο βασιλικός πολτός, η γύρη, η πρόπολη και το κερί. Όλα αυτά είναι προϊόντα υψηλής βιολογικής αξίας, που μπορούν να αξιοποιηθούν ποικιλοτρόπως στην επιστήμη της υγείας, της φαρμακευτικής και της διατροφής.
 
Η μελισσοκομία αποτελεί σημαντικό κλάδο για την εθνική οικονομία, δίνοντας διέξοδο απασχόλησης, ιδιαίτερα στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας, και συμβάλλοντας στο αγροτικό οικογενειακό εισόδημα, είτε ως κύρια είτε ως δευτερεύουσα απασχόληση. Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική μελισσοκομία ακολουθεί μια σταθερά αναπτυξιακή πορεία, με αποτέλεσμα σήμερα στην Ελλάδα να είναι καταγεγραμμένοι περίπου 19.500 μελισσοκόμοι, οι οποίοι κατέχουν περίπου 1.650.000 μελισσοσμήνη, ενώ η μέση απόδοση των κυψελών ανέρχεται σε 10 με 13 κιλά μελιού ανά κυψέλη.
 
Στη χώρα μας παράγονται κατά μέσο όρο περίπου 20.000 τόνοι μελιού ετησίως, ποσότητα που καλύπτει περί το 90% των αναγκών της εγχώριας κατανάλωσης. Πρόκειται κυρίως για μέλι πεύκου, 65-75% της ετήσιας παραγωγής, ενώ σημαντική είναι και η παραγωγή μελιού ελάτης 5-10% και θυμαριού 15-20%. Καταλαμβάνουμε τη δεύτερη θέση στην Ε.Ε., τόσο ως προς τον αριθμό των κατεχόμενων μελισσοσμηνών, όσο και ως προς το βαθμό επαγγελματισμού των μελισσοκόμων. Επίσης, η χώρα μας κατέχει τη μεγαλύτερη πυκνότητα κυψελών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, όχι μόνο σε επίπεδο Ε.Ε., αλλά και παγκοσμίως.
 
Δράσεις για την υγεία των μελισσών
Το ΥΠΑΑΤ υλοποιεί σημαντικές δράσεις για την υγεία των μελισσών, μεταξύ των οποίων είναι οι εξής:
 
• Βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2012-2013 συγχρηματοδοτούμενο από την Ε.Ε. πανευρωπαϊκό πιλοτικό πρόγραμμα επιτήρησης και διερεύνησης των απωλειών των μελισσοσμηνών σε ελληνικές μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις, με προϋπολογισμό 112.000 ευρώ. Τα συμπεράσματα  που θα ανακοινωθούν εντός του  πρώτου εξαμήνου του 2014, θα είναι πολύτιμα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και προπαντός στη χώρα μας.
• Κάθε χρόνο, στο πλαίσιο εφαρμογής του Εθνικού Προγράμματος Ελέγχου Καταλοίπων για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, ελέγχεται το μέλι ως προς τα κτηνιατρικά φάρμακα, τις φυτοπροστατευτικές ουσίες και τους περιβαλλοντικούς ρυπαντές.
• Βασική επιλογή μας στο ΥΠΑΑΤ είναι η απαγόρευση γενετικά μεταλλαγμένων καλλιεργειών κι αυτό συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική μελισσοκομία.
 
Δράσεις στο πλαίσιο του Μέτρου 123Α
Το μέλι και τα προϊόντα του αποτελούν ένα ξεχωριστό τομέα της δράσης του Μέτρου 123Α που αφορά επενδύσεις στη μεταποίηση τροφίμων. Μάλιστα, στις δύο πρώτες προσκλήσεις του Μέτρου κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013, έχουν ενταχθεί 9 επενδυτικά σχέδια με συνολικό εγκεκριμένο προϋπολογισμό 9,4 εκατομμύρια ευρώ. Ήδη δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση, ενώ σύντομα θα εκδοθεί η τρίτη Πρόσκληση κατάθεσης αιτήσεων ενίσχυσης με την οποία θα διατεθούν συνολικά 100 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας.